Για να καλυφθούν τα κενά, το πυροσβεστικό προσωπικό βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση γενικής επιφυλακής

Οι πυρκαγιές των τελευταίων ημερών επαναφέρουν με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τα όρια του επιχειρησιακού σχεδιασμού, την ετοιμότητα του Πυροσβεστικού Σώματος, την πρόληψη, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να επιχειρούν οι πυροσβέστες.
Η εμφάνιση των λεγόμενων «mega fires», οι πυρκαγιές που εξελίσσονται σε τεράστια γεωγραφική κλίμακα, η κλιματική κρίση, η υποστελέχωση, η εκπαίδευση και η προστασία της ζωής των πυροσβεστών βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Ο Νικόλαος Λαυράνος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος, μιλά αποκλειστικά στο Policenet.gr και καταθέτει τη θέση της Ομοσπονδίας για όσα συμβαίνουν στο πεδίο, αλλά και για όσα, όπως υποστηρίζει, πρέπει να αλλάξουν άμεσα.
Κάνει αναφορά στην πρώτη «mega fire» του φετινού καλοκαιριού, για την εκπαίδευση και την εξουθένωση των πυροσβεστών, για την πρόληψη και τα νέα επιχειρησιακά δεδομένα που δημιουργεί η κλιματική κρίση, αλλά και για τους συναδέλφους και τους πολίτες που έχασαν τη ζωή τους στη μάχη με τις φλόγες.
Και στέλνει ένα μήνυμα που συνοψίζει ίσως ολόκληρη τη συζήτηση: «Τα δέντρα, μετά από χρόνια, θα ξαναφυτρώσουν. Το δάσος θα ξαναγεννηθεί. Ο άνθρωπος, όμως, δεν ξαναεπιστρέφει».
Ακούμε συχνά στις ειδήσεις ότι μια πυρκαγιά έχει χαρακτηριστεί «mega fire», τι είναι και με τι έχουμε να κάνουμε στην πράξη;
«Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι επισήμως ενιαίος και ακριβής όρος -και σε παγκόσμιο επίπεδο- δεν υπάρχει. Χρησιμοποιώντας τον όρο αναφερόμαστε σε μια μεγάλου μεγέθους και δριμύτητας πυρκαγιά, η οποία καταστρέφει μια πολύ μεγάλη έκταση. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στον χώρο της κατάσβεσης, σε περιπτώσεις δασικών πυρκαγιών που έχουν χαρακτηριστεί “mega fire”.
Γενικά, ο χαρακτηρισμός αφορά πυρκαγιές που διαθέτουν τρία βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, μεγάλη έκταση, όπως στο Πόρτο Γερμενό, όπου η καμένη γη έχει ξεπεράσει τα 130.000 τετραγωνικά μέτρα. Δεύτερον, ακραία συμπεριφορά, όπως είδαμε στην περιοχή, με τους αλλοπρόσαλλους, τους εξαιρετικά ισχυρούς ανέμους και τις ισχυρές ριπές. Και τρίτον, τεράστιες επιπτώσεις σε κάθε επίπεδο: περιβαλλοντικό, οικονομικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό επίπεδο, εφόσον υπάρχουν νεκροί.
Στη συγκεκριμένη πυρκαγιά είχαμε και τους νεκρούς συναδέλφους μας από τα ελικόπτερα. Για το φετινό καλοκαίρι, ήταν η πρώτη και εύχομαι η τελευταία “mega fire”»
Είναι έτοιμοι οι πυροσβέστες μας να αντιμετωπίσουν μια «mega fire»; Επίσης, είναι επαρκής η εκπαίδευσή τους για τις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες που δημιουργεί μια τέτοια πυρκαγιά;
«Κανένας πυροσβέστης δεν είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια τέτοια πυρκαγιά, γιατί μια “mega fire” διαμορφώνεται στην πορεία. Το πρώτο πράγμα που εξετάζει ένας πυροσβέστης είναι αν η πυρκαγιά έχει δασικό χαρακτήρα ή αν υπάρχει πρόσμειξη του αστικού ιστού με το δασικό.
Στη χώρα μας ο ορεινός μας όγκος είναι κατοικήσιμος. Έχουμε χτίσει και σε περιαστικά δάση, είναι κάτι που συναντάται πολύ εύκολα στην ελληνική επικράτεια. Αυτό αλλάζει άρδην την επιχειρησιακή ετοιμότητα του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς δίνεται προτεραιότητα στη διασφάλιση της ανθρώπινης ζωής. Στέλνονται μηνύματα μέσω του 112 για την ενημέρωση, την ειδοποίηση και την απομάκρυνση των συμπολιτών μας από οικισμούς, χωριά και περιοχές όπου εξελίσσεται ή πλησιάζει η δασική πυρκαγιά. Πρώτα διασφαλίζεται η ανθρώπινη ζωή και στη συνέχεια η προστασία των περιουσιών και του φυσικού περιβάλλοντος.
Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου το πυροσβεστικό προσωπικό εκπαιδεύεται σε καθημερινό επίπεδο, περνώντας πρακτική κι θεωρητική εκπαίδευση με σενάρια και σεμινάρια δασικού χαρακτήρα, αλλά και σε περιστατικά που αφορούν τον οικιστικό ιστό και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Εξειδικευμένη εκπαίδευση για μια “mega fire” δεν μπορεί ουσιαστικά να υπάρξει, γιατί αυτή η εμπειρία αποκτάται στο πεδίο της μάχης, δηλαδή σε πραγματικές συνθήκες. Δεν γίνεται να κάψεις ένα δάσος για να εκπαιδευτείς.
Ωστόσο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια πραγματικότητα ότι το επίπεδο του Έλληνα πυροσβέστη είναι αρκετά υψηλό.»
Είδαμε τους πυροσβέστες να βρίσκονται στα πεδία των μαχών για μερόνυχτα. Υπάρχει επαρκής στελέχωση ώστε να γίνονται οι αναγκαίες εναλλαγές ή το βάρος πέφτει ξανά στους ίδιους ανθρώπους;
«Μπορεί ο καθένας να έχει τις δικές του απόψεις, όμως όσον αφορά την Ομοσπονδία, ένα από τα κύρια αιτήματά μας είναι η υποστελέχωση. Είναι γεγονός και αυταπόδεικτο ότι υπάρχει υποστελέχωση των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών, των κλιμακίων και των σταθμών σε όλη τη χώρα. Δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει, ούτε η φυσική, ούτε η πολιτική ηγεσία.
Γιατί είναι οξύμωρο πώς ενώ υπάρχει προσωπικό, από τις αρχές του καλοκαιριού το Πυροσβεστικό Σώμα βρίσκεται σε καθεστώς μερικής ή γενικής επιφυλακής; Βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας, η επιφυλακή προβλέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Εντούτοις, από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου, για να καλυφθούν τα κενά, το πυροσβεστικό προσωπικό σε όλη την Ελλάδα βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση γενικής επιφυλακής, κάτι που συνεπάγεται υπερεργασία.
Υπερεργασία, για όσους γνωρίζουν τα εργασιακά, σημαίνει ότι εργάζομαι εντός του νόμιμου εβδομαδιαίου κι μηνιαίου ωραρίου του. Διαφορετικά, θεωρείται υπερωρία. Ωστόσο, η υπερωριακή απασχόληση στην Πυροσβεστική δεν αμείβεται χρηματικά, αλλά αποδίδεται μόνο με ρεπό. Ρεπό τα οποία, φυσικά, δεν πρόκειται να πάρουν, καθώς υπάρχουν ήδη συσσωρευμένα, εκατομμύρια ρεπό».
Στα τέλη Ιουλίου ξαναζήσαμε το φαινόμενο της «mega fire», με μια πυρκαγιά που ξεκίνησε από τον Νομό Βοιωτίας, πέρασε στην Αττική και παραλίγο να επεκταθεί και σε τρίτο Νομό, την Κορινθία. Τι μας δείχνει αυτή η εξέλιξη για τις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση; Έχουμε πλέον να αντιμετωπίσουμε ένα νέο είδος δασικών πυρκαγιών, πολύ μεγαλύτερης έκτασης και έντασης;
«Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε ότι η εμφάνιση της “mega fire” δεν είναι καινούριο φαινόμενο. “Mega fire” χαρακτηρίστηκε η φονική πυρκαγιά του 2007 στην Ηλεία, η οποία ήταν καταστροφική και φονική. “Mega fire” χαρακτηρίστηκε και η πυρκαγιά στη Βόρεια Εύβοια, με καταστροφικά αποτελέσματα τόσο σε οικολογικό επίπεδο όσο και σε ανθρώπινες ζωές. Αλλά και η μεγαλύτερη πυρκαγιά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον Έβρο, που άφησε στο πέρασμά της σχεδόν ένα εκατομμύριο στρέμματα καμένης έκτασης.
Αυτό που είδαμε φέτος στον Καναδά, στην Τουρκία, στην Ισπανία, στη Γαλλία και σε άλλες χώρες, ακόμη και στη Βόρεια Ευρώπη, όπου μέχρι πρότινος θα ήταν σχεδόν αδιανόητο να μιλάμε για ένα τέτοιο φαινόμενο, σήμερα αποτελεί πραγματικότητα.
Οι δασικές πυρκαγιές έχουν γίνει πολύ πιο δύσκολες, συχνότερες και επιχειρησιακά πολύ πιο απαιτητικές, με αποτέλεσμα να είναι, φυσικά, και πολύ πιο καταστροφικές. Δεν είναι πλέον σπάνιο να θρηνούμε ακόμη και ανθρώπινες ζωές, πυροσβεστών και πολιτών.
Είναι μια πραγματικότητα που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι κυβερνήσεις τους αρνήθηκαν να αντικρίσουν. Επικρατούσε η λογική ότι, αφού καίγεται το χωράφι του διπλανού, εμένα δεν με απασχολεί. Έλα, όμως, που η φωτιά πέρασε και στο δικό μας χωράφι. Έτσι φτάσαμε στο σημείο να τρέχουμε λοιπόν πίσω από την κλιματική κρίση.
Θα πρέπει, λοιπόν, να παρθούν σωστές αποφάσεις, οι οποίες θα διασφαλίσουν σε μεγάλο βαθμό την επιχειρησιακή ικανότητα του κάθε Πυροσβεστικού Σώματος, θα διασφαλίσουν τον πυροσβέστη όλων των ευρωπαϊκών χωρών στο πεδίο και, πάνω από όλα, θα διασφαλίσουν τους συμπολίτες μας. Θα πρέπει να προασπίσουμε στον μέγιστο βαθμό τη ζωή τους, την περιουσία τους, τη δημόσια υγεία και το φυσικό μας περιβάλλον.»
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να απενταχθεί από το Πυροσβεστικό Σώμα η αρμοδιότητα της καταπολέμησης των δασικών πυρκαγιών και να επιστρέψει στη Δασική Υπηρεσία. Θεωρείτε ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο ένα τέτοιο μοντέλο;
«Κυρία Μαραγκουδάκη, αυτή είναι μια μεγάλη κουβέντα. Από το 1998, όταν το Πυροσβεστικό Σώμα ανέλαβε τη δασοπυρόσβεση, υπήρξαν χρονιές με θετικό πρόσημο, αλλά και χρονιές με αρνητικό, λόγω των μεγάλων εκτάσεων που κάηκαν και, κυρίως, των ανθρώπινων απωλειών.
Κανείς, όμως, δεν μπορεί να μας διασφαλίσει ότι, αν η δασοπυρόσβεση είχε παραμείνει στο Δασαρχείο, τα αποτελέσματα θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα. Όλα θα ήταν εικασίες.
Το Πυροσβεστικό Σώμα ανέλαβε τη δασοπυρόσβεση ουσιαστικά εν μια νυκτί. Δεν ξέρω αν τότε ήμασταν πραγματικά έτοιμοι, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή το βασικό αντικείμενο του πυροσβέστη ήταν τα συμβάντα αστικού τύπου. Υπήρχε, βέβαια, συμμετοχή και στις δασικές πυρκαγιές, κυρίως με την αποστολή υδροφόρων οχημάτων μεγάλου τύπου για ενίσχυση — κάτι που έζησα και ο ίδιος.
Σήμερα, όμως, είμαστε περήφανοι που έχουμε αναλάβει το κομμάτι της δασοπυρόσβεσης. Από τους 73 νεκρούς που θρηνεί το Πυροσβεστικό Σώμα, οι περισσότεροι θυσιάστηκαν σε αυτές τις επιχειρήσεις, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν την ανθρώπινη ζωή.
Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την ίδρυση του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στην πρόληψη. Γιατί μέχρι πριν από κάποια χρόνια το βάρος έπεφτε κυρίως στην καταστολή».
Μου δώσατε ωραίο πάτημα για την επόμενη ερώτηση. Έχουμε επενδύσει πραγματικά στην πρόληψη των πυρκαγιών ή εξακολουθούμε να ρίχνουμε το μεγαλύτερο βάρος στην καταστολή, όταν πλέον η φωτιά έχει ξεφύγει;
«Εδώ και πολλά χρόνια, και πολύ σωστά, κινούμαστε προς την κατεύθυνση της πρόληψης. Γιατί η πρόληψη θα περιορίσει πολλές εκδηλώσεις πυρκαγιών ή, τουλάχιστον, την έκτασή τους.
Έχουμε πλέον κι όπλα. Έχουμε το 112, το οποίο, αν υπήρχε και στην πυρκαγιά στο Μάτι, ίσως θα μπορούσαμε να είχαμε γλιτώσει κάποιες ανθρώπινες ζωές και να μην είχαμε φτάσει στους 104 θανάτους. Δυστυχώς, στη χώρα μας, μετά από κάποιες τραγωδίες γίνονται ενέργειες, ώστε να μην επαναληφθεί το κακό.
Έχουμε τα Drones, την Τεχνητή Νοημοσύνη, έχουμε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα, το “ΑΙΓΙΣ”, το οποίο μέχρι το 2030-2031 θα μετατρέψει το Πυροσβεστικό Σώμα σε ένα σύγχρονο Πυροσβεστικό Σώμα, έτοιμο επιχειρησιακά.
Όμως η Ομοσπονδία μας επιμένει ότι θα πρέπει να βρεθεί η απόλυτη ισορροπία μεταξύ πρόληψης, κατάσβεσης και, κυρίως, εκεί όπου ίσως υστερούμε: στη στήριξη του ανθρώπινου παράγοντα, στη στήριξη του ανθρώπου πυροσβέστη, ο οποίος είναι παραμελημένος και αβοήθητος».
Γύθειο, Αμάρι Κρήτης και Ψάθα συνδέθηκαν με ανθρώπινες απώλειες. Υπήρξαν λάθη ή παραλείψεις που θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει αυτές τις τραγωδίες; Και όταν υπάρχουν επιχειρησιακές αστοχίες, υπάρχει πραγματική ανάληψη ευθύνης ή όλα τελικά αποδίδονται σε «ανθρώπινα λάθη»;
«Αυτή τη στιγμή το Πυροσβεστικό Σώμα θρηνεί τρεις συναδέλφους, δύο στην Κρήτη και έναν στο Γύθειο, καθώς και δύο συμπολίτες μας, πιλότους, έναν Έλληνα ιδιώτη και έναν Δανό. Δεν ανήκαν στο Πυροσβεστικό Σώμα, όμως θυσιάστηκαν στον βωμό της δασοπυρόσβεσης.
Όταν, λοιπόν, μιλάμε για θάνατο εν ώρα καθήκοντος —γιατί πολλά ακούστηκαν, θέλοντας κάποιοι να αμαυρώσουν τη μνήμη των νεκρών συναδέλφων μας— ό,τι συμβαίνει εν ώρα καθήκοντος σημαίνει εν ώρα υπηρεσίας, δηλαδή πρόκειται για εργατικό δυστύχημα. Οτιδήποτε εξελίσσεται μέσα στο ωράριο του πυροσβέστη είναι εργατικό δυστύχημα.
Όταν ένας άνθρωπος, είτε εργαζόμενος είτε συνάνθρωπός μας, οδηγείται στον θάνατο, προφανώς δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι όλα πήγαν καλά! Ήδη δρομολογούνται Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις, προκειμένου να δούμε τι έγινε, τι θα μπορούσε να είχε γίνει και να αποδοθούν ευθύνες, εφόσον υπάρχουν. Η περίπτωση του ελικοπτέρου είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Εκεί έχουν αναλάβει πραγματογνώμονες και οι υπεύθυνοι ασφάλειας της εταιρείας, προκειμένου να διαπιστωθεί τι έφταιξε. Μπορεί να υπήρξε κάποια μηχανική βλάβη, κάποιο μηχανικό λάθος ή κάποιο ανθρώπινο λάθος.
Να μην ξεχνάμε, όμως, σε τι συνθήκες επιχειρούν αυτοί οι άνθρωποι, από τις πέντε το πρωί μέχρι τις εννέα το βράδυ, προκειμένου να κάνουν τις ρίψεις και να βοηθήσουν τις επίγειες δυνάμεις του Π.Σ.
Από τη στιγμή, λοιπόν, που υπάρχει απώλεια ανθρώπινης ζωής, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα πήγαν καλά. Όταν στον απολογισμό μιας αντιπυρικής περιόδου έχουμε τόσες καμένες εκτάσεις και ανθρώπινες απώλειες, πόσο μάλλον ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος, δεν μπορούμε να μιλάμε για επιτυχημένη αντιπυρική περίοδο. Καμία αντιπυρική περίοδος που αφήνει πίσω της νεκρούς και τέτοια καταστροφή δεν μπορεί να θεωρηθεί πετυχημένη.
Τα δέντρα, μετά από χρόνια, θα ξαναφυτρώσουν. Το δάσος θα ξαναγεννηθεί. Ο άνθρωπος, όμως, δεν ξαναεπιστρέφει».
Πώς μπορεί η Πολιτεία να τιμήσει ουσιαστικά τους πυροσβέστες που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος και, κυρίως, τι πρέπει να αλλάξει ώστε η θυσία τους να μην επαναληφθεί;
«Αυτή είναι μια πάρα πολύ καλή ερώτηση. Κάποιοι μπορεί να λένε ότι βρισκόμαστε σε έναν πόλεμο και ότι αυτά θα τα συζητήσουμε αργότερα. Εμείς, όμως, ως Ομοσπονδία, θεωρούμε ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Ο θάνατος ενός συναδέλφου μας γίνεται πολλές φορές φάρος ελπίδας και προσδοκίας και μας οδηγεί στο να βελτιωνομαστε συνεχώς και να λαμβάνουμε καλύτερες αποφάσεις για όλους μας!
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια δεν έχει εφαρμοστεί, όπως επιβάλλει ο Νόμος 3850/2010, το πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια των πυροσβεστών. Υπάρχει ένα Προεδρικό Διάταγμα που, όπως λέμε, είναι κλειδωμένο σε κάποια συρτάρια και δεν γνωρίζουμε πού.
Αν εφαρμοζόταν αυτό το πλαίσιο στους χώρους διαβίωσης και εργασίας των πυροσβεστών, πιστεύω ότι θα είχαμε γλιτώσει πολλές απώλειες. Και δεν μιλάμε μόνο για τους θανάτους. Μιλάμε για σοβαρά τραυματίες, εγκαυματίες και δεκάδες ελαφρύτερα περιστατικά. Αν η Πολιτεία έδινε βάση στις προτάσεις που έχει καταθέσει η Ομοσπονδία, θα μπορούσαμε να είχαμε περιορίσει σημαντικά αυτές τις απώλειες.
Ένα δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι η αναγνώριση του επαγγέλματός μας ως επικίνδυνου και ανθυγιεινού. Θα μου πει κάποιος: “Αν αναγνωριστεί ως επικίνδυνο και ανθυγιεινό, θα σταματήσει κάποιος πυροσβέστης να καίγεται ή να σκοτώνεται;” Φυσικά και όχι.
Όμως, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες που κάνει η Ομοσπονδία μας τους τελευταίους μήνες, πρωτοστατώντας σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αναγνώριση του καρκίνου ως επαγγελματικής ασθένειας των πυροσβεστών, θα έχουμε δει ότι η Πολιτεία έχει πράξει τα αυτονόητα. Ότι έχει δώσει την ιδιαίτερη τιμή και την περηφάνια που αξίζει στον άνθρωπο που ασχολείται με την πυρασφάλεια.
Γιατί σήμερα, όταν ένα νέο παιδί με ρωτάει: “Κύριε Λαυράνο, γιατί να γίνω πυροσβέστης;”, τι πρέπει να του απαντήσω; Ότι βρισκόμαστε στο 2026 και το επάγγελμα του πυροσβέστη δεν έχει ακόμη χαρακτηριστεί ως επικίνδυνο και ανθυγιεινό; Ότι ο καρκίνος δεν έχει αναγνωριστεί ως επαγγελματική ασθένεια, όπως έχει αρχίσει να γίνεται σε χώρες παγκοσμίως; Ότι δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων; Ότι ο πυροσβέστης εργάζεται καθημερινά σε καθεστώς υπερεργασίας και ανασφάλειας; Τι θα μπορούσα να απαντήσω σε ένα παιδί με όνειρα;
Το επάγγελμα του πυροσβέστη ξεφεύγει από τα στενά όρια ενός υπαλληλικού επαγγέλματος. Είναι λειτούργημα. Και όσοι υπηρετούν σε αυτό, όταν επιχειρούν, ξεχνούν τα πάντα! Ξεχνούν τα εργασιακά τους προβλήματα, τα προσωπικά τους προβλήματα, τα οικογενειακά τους προβλήματα και ρίχνονται στη μάχη με το 100% των δυνάμεών τους, ως αληθινοί επαγγελματίες, με αίσθημα αυτοπάρνησης. Αυτό το λειτούργημα, λοιπόν, η Πολιτεία οφείλει να το προστατεύσει και να τιμήσει έμπρακτα τους ανθρώπους που το υπηρετούν».
Συνέντευξη στην Κέλλυ Σαουάχ-Μαραγκουδάκη
Στο policenet.gr
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου